ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η Ελληνική ευγένεια πέθανε!

Θυμάμαι το πρώτο μου ταξίδι στην Ευρώπη, κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε. Θυμάμαι το δέος και τη ζάλη μπροστά στο μπερδεμένο οδικό δίκτυο μιας απ’ τις πιο γνωστές μεγαλουπόλεις. Θυμάμαι τη δυσκολία μου να μπω στη “φιλοσοφία” της μετακίνησης με το μετρό, αφού τότε, στη χώρα μας, ούτε στον ύπνο μας δεν είχαμε ονειρευτεί μετρό. Θυμάμαι τον εαυτό μου πελαγωμένο στη θάλασσα των χρωματιστών γραμμών του χάρτη μου, να ψάχνει να βρει την άκρη...

Αυτό που επίσης θυμάμαι όμως, είναι η ευγένεια και η προθυμία των υπαλλήλων του μετρό, όταν ζητούσα τη βοήθειά τους, ή μία εξήγηση. Και πέρα απ’ τους υπαλλήλους –που, θα πει κάποιος, είναι υποχρεωμένοι να εξυπηρετούν το κοινό– θυμάμαι δύο περαστικούς που έτυχε να τους σταματήσω και να ζητήσω μια πληροφορία, κι αυτοί, όχι μόνο μου εξήγησαν αυτό που ρωτούσα, αλλά έκαναν τον κόπο να με συνοδεύσουν σ’ ένα σημείο όπου θα γίνονταν πιο κατανοητές οι κατευθύνσεις που μου έδιναν. Οι άνθρωποι θυσίασαν και κόπο και χρόνο για μένα, για έναν ξένο άνθρωπο που, ούτε είχαν ξαναδεί, αλλά και ούτε θα ξανάβλεπαν ποτέ.

Στα καταστήματα, επίσης, ήταν η πρώτη φορά που άκουσα και τους πωλητές να ευχαριστούν τους πελάτες, αλλά και τους αγοραστές να ευχαριστούν τους πωλητές, πράγμα πολύ λογικό, αν το σκεφτεί κανείς, αφού και οι μεν και οι δε έχουν ευνόητους λόγους να ευχαριστούν ο ένας τον άλλον. Έτσι, μέχρι σήμερα, όταν σκέφτομαι την πόλη εκείνη και τους κατοίκους της, σκέφτομαι συνειρμικά: «Τι ευγενείς άνθρωποι! Τι καλός λαός!»

Βέβαια, τα συμπεράσματα αυτά, είναι και υποκειμενικά και πρόχειρα. Η συγκεκριμένη μεγαλούπολη έχει και μεγάλο ποσοστό εγκληματικότητας και ο λαός που κατοικεί δεν φημίζεται ακριβώς για την καλή και έντιμη συμπεριφορά του προς τους άλλους λαούς. Παρ’ όλα αυτά, οι δύο, τρεις, δέκα ευγενείς πολίτες, κέρδισαν τις καλές εντυπώσεις ενός επισκέπτη της χώρας τους και έδωσαν το «καλό όνομα» στο σύνολο του λαού τους.

Αυτό το καλοκαίρι, ζώντας για λίγες μέρες σ’ ένα απ’ τα πιο τουριστικά νησιά μας, επεχείρησα να δω κι εγώ τον εαυτό μας με τα μάτια ενός ξένου που βρέθηκε για πρώτη φορά στη χώρα μου, όπως κάποτε είχα κι εγώ βρεθεί πρώτη φορά στη δική του. Και ξεκίνησα να κοιτάζω. Και είδα!

Στην περιοχή του νησιού όπου μέναμε, υπήρχε ένας μόνο δρομάκος μπροστά από τα σπίτια, κι αυτός στενός. Σε κάποια σημεία, όταν δυο αυτοκίνητα έρχονταν από αντίθετες κατευθύνσεις, το ένα έπρεπε να σταματήσει ή να κάνει λίγο πίσω, μέχρι να βρεθεί πλάτωμα για να προσπεράσουν το ένα το άλλο.

Είδα, λοιπόν –ή μάλλον ΔΕΝ είδα– ούτε ένα συμπατριώτη μας οδηγό να οπισθοχωρήσει ώστε να αφήσει τόπο στον άλλον. Και ΔΕΝ είδα ούτε έναν να ευχαριστήσει, ή έστω να τιμήσει με ένα χαμόγελο τον οδηγό που έμπαινε στον κόπο να του εξασφαλίσει χώρο για να περάσει. Αντίθετα, είδα την πλειοψηφία των ξένων οδηγών και να οπισθοχωρούν και να χαιρετούν ευχαριστώντας τον οδηγό που μόλις εξυπηρέτησαν!

Είδα και άκουσα υπεύθυνο μεγάλου τυπικού Super Market να λέει όταν του επέστρεψα δύο πακέτα κατεψυγμένο έτοιμο φαγητό, που είχαν λιώσει και είχαν ανοίξει απ’ τις επανειλημμένες διακοπές του ρεύματος: «Και τι πρόβλημα έχετε; Μήπως όταν θα το βάλετε στο φούρνο δεν θα το ανοίξετε;»

Είδα και άκουσα σε εστιατόριο όπου έτρωγαν οικογένειες ξένων –με μικρά παιδιά– με απόλυτη τάξη και ηρεμία, να αρκεί μια ελληνική παρέα από τέσσερις μεγάλους και δυο παιδιά για να ενοχλήσει με τις φωνές και την αδιακρισία της τους πάντες.

Και – για να φτάσω στο χειρότερο – είδα μέσα στην Εκκλησία, την ημέρα της μεγαλύτερης γιορτής του νησιού, να γίνεται τέτοιο χάος που δεν το βλέπει κανείς ούτε στις λαϊκές αγορές! Και ο μοναδικός άνθρωπος που έδειχνε να συνειδητοποιεί που βρίσκεται, ήταν μία ξένη –και πιθανώς αλλόδοξη– γυναίκα, η οποία έμενε σε μια γωνιά γονατιστή σ’ όλη τη διάρκεια της Θ. Λειτουργίας, ενώ οι “ευσεβείς” ορθόδοξες γυναίκες την έδειχναν με νοήματα η μία στην άλλη και γελούσαν!...

Όταν, λοιπόν, κάθισα να σκεφτώ αυτά που είδα και άκουσα, με τα μάτια και τα αυτιά ενός ξένου, όταν συνειδητοποίησα τις εικόνες και τις εντυπώσεις που θα πάρουν αυτοί οι άνθρωποι μαζί τους, φεύγοντας, ντράπηκα πολύ. Και περισσότερο ντράπηκα γιατί έχουμε συνηθίσει τον εαυτό μας τόσο, ώστε πάψαμε να τον βλέπουμε με τα μάτια που μας βλέπουν οι άλλοι. Γι’ αυτό και θυμώνουμε όταν κάποιος ενοχληθεί από τη συμπεριφορά μας και σπεύδουμε να υπερασπίσουμε τον εαυτό μας, για να καταλήξουμε στο τέλος: «Σιγά πια, κι οι ξένοι καλύτεροι είναι; Υποκριτές είναι!» Κι έτσι, μένουμε μακάρια ήσυχοι ότι εμείς είμαστε οι καλοί και οι άλλοι οι υποκριτές. Μ’ άλλα λόγια, όποιος είναι ευγενής, είναι κακός κι υποκριτής. Όποιος σέβεται την ησυχία του άλλου και το χώρο του άλλου, είναι κακός κι υποκριτής. Όποιος ξέρει να διακρίνει την ιερότητα και την ιδιαιτερότητα των χώρων που μπαίνει, είναι κακός κι υποκριτής. Και, τελικά, ο ύψιστος υποκριτής είναι αυτός ο οποίος, μέσα στην Εκκλησία, θέλει τις συνθήκες να είναι κατάλληλες ώστε να τον διευκολύνουν στην συγκέντρωση και στην προσευχή!...

Δεν μπορώ – και δεν θέλω – να πιστέψω ότι η βαρβαρότητα και η χυδαιότητα κατάντησαν να είναι το ήθος αυτού, που κάποτε, ήταν ο ευγενέστερος και πιο πολιτισμένος λαός της γης. Πρέπει όμως να προσέξουμε πολύ, γιατί “αυτοί οι υποκριτές”, έτσι μεταφράζουν την “ειλικρίνεια” μας! Και, ...δυστυχώς, όλοι οι λογικοί άνθρωποι τους πιστεύουν!


Νινέττα Βολουδάκη

Copyright (©) 2008-2015 Πολιτική Παράταξη «ΚΟΙΝΩΝΙΑ» - All Rights Reserved.[Όροι χρήσης]

Top Desktop version